Πρωτολογία καί εσχατολογία στό έργο του Μεγάλου Αθανασίου

2014-05-02 01:04

 

Υπό Δημητρίου Π. Λυκούδη,  Θεολόγου – Φιλολόγου

ΜΑ., ΜΑ. Θεολογίας,  Υπ. Δρος Παν/μίου Αθηνών

 

    «Aθανάσιον παινν, ρετήν παινέσομαι».  Με αυτή τη φράση αρχίζει τον επιμνημόσυνο λόγο του Αγιος Γρηγόριος Θεολόγος προς τον Άγιο  Αθανάσιο, επίσκοπο Αλεξανδρείας . «τι πάσαν ν αυτω εχε τήν ρετήν….ρετήν δέ παινν, Θεόν παινέσομαι, παρ’ο τος νθρώποις ρετή».

ζωή του  Αθανασίου υπήρξε σταθερή μαρτυρία ορθοπραξίας , αγάπης και σεβασμού στην ευαγγελική παράδοση και στην ακεραιότητα της Εκκλησίας. Διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην καταστολή και αναίρεση της αιρετικής διδασκαλίας  του Αρείου και πήρε μέρος στην ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια το 325 μ.Χ., ως διάκονος και γραμματέας του Επισκόπου Αλεξανδρείας Αλέξανδρου1.

    Προσωπικότητα ισχυρή και ανήσυχη, γνήσιος εκφραστής του χριστιανικού ήθους,  Αθανάσιος αναδέχθηκε το 328 επίσκοπος Αλεξανδρείας, με τη σύμφωνη γνώμη κλήρου και λαού της θεοσώστου ποιμαντικής του περιφέρειας. σθεναρός του αγώνας για τη διάσωση του Ορθοδόξου δόγματος προκάλεσε  την οργή και το φθόνο τον αιρετικών, κυρίως δε τον Αρειανών, οι οποίοι εξαπέλυσαν αμείλικτο και με κάθε ποταπό μέσο πόλεμο εναντίον του. Αθανάσιος καταδιώχθηκε και πέρασε περισσότερο από δεκαέξι χρόνια της αρχιερατείας του μακριά από το ποίμνιό του. Εξορίσθηκε πέντε φορές και  επανειλημμένα καταδικάστηκε και καθαιρέθηκε από ψευδοσυνόδους. Παρά τις δοκιμασίες και  τις στερήσεις, Αθανάσιος παρέμεινε ακλόνητος «στύλος Ορθοδοξίας » και με το πλούσιο συγγραφικό του έργο, κυρίως δε με το Χριστομίμητο  παράδειγμα του βίου του, διέσωσε την Ορθόδοξη πίστη και έθεσε τα δογματικά θεμέλια πάνω στα οποία οι μεταγενέστεροι Πατέρες  στηρίχθηκαν και αποδέχτηκαν καθολικά, καθώς εξέφραζαν τον γνήσιο οικουμενικό εκκλησιαστικό λόγο2.

      Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο έργο το Μεγάλου Αθανασίου αποτελεί διδασκαλία του  «Περί πρωτολογίας και εσχατολογίας» στην Εκκλησία. Σύμφωνα με τον Αλεξανδρινό ιεράρχη, δημιουργία του ανθρώπου «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσαν του Θεού» αποτελεί την αφετηρία, την έναρξη μίας πορείας προς την τελείωση. δημιουργία του κτιστού κόσμου, μέρους του οποίου αποτελεί άνθρωπος, σηματοδοτεί μία κίνηση προς τα έξω της θείας θελήσεως3, είναι δηλαδή προϊόν της αγαθότητας του Θεού. Το κατ’ εικόνα υποθέτει ότι ο άνθρωπος είχε στην ύπαρξη του ορισμένα στοιχειά του Λόγου  (σκις τινάς χειν το Λόγου). Με άλλα λόγια, λογικότητα του ανθρώπου κατανοείται από τον Αγιο Αθανάσιο ως έλεος του αγαθού Θεού, ώστε άνθρωπος να μην είναι « ερημός» της θείας γνώσεως. Έτσι, οι πρωτόπλαστοι δημιουργήθηκαν « κατ’ εικόνα του Λόγου, την εικόνα νοούντες του Λόγου του Θεού» και είχαν τη δυνατότητα, κατά σχετικό τρόπο ασφαλώς, «ννοιαν δί’ ατο του Πατρός λαβεν4».

    Ἡ πτώση του ανθρώπου αποτελεί μία δραματική φάση στην πορεία της ανθρωπότητας. Αυτή ακριβώς πτώση υπερβαίνεται με την συνεχή πορεία της θείας οικονομίας. πορεία και κίνηση δηλαδή προς το μέλλον  και επομένως προς την τελείωση, προς το « καθ’ ομοίωσαν», καθορίζεται από τις αρχικές ρίζες της δημιουργίας, οι οποίες με τη σειρά τούς είναι σχηματισμένες και αγιαστικά εναρμονισμένες προς τη μελλοντική τελείωση. άνθρωπος με την πτώση του δεν απώλεσε ένα αγαθό του παρελθόντος αλλά ένα αγαθό του μέλλοντος, απόδειξη του οποίου είναι παραλληλισμός και συμπόρευση παρελθόντος και μέλλοντος, τα οποία από κοινού εξακολουθούν να καθορίζουν την πορεία του ανθρωπίνου γένους και μετά την απώλεια της « προτέρας εγένειας»5.  Με άλλα λόγια, άνθρωπος κινείται δυναμικά προς το καθ’ ομοίωσαν και κάθε πτώση του  αποτελεί απομάκρυνση από το μέλλον και όχι από το παρελθόν. Υπό αυτό το πρίσμα, δύναται κανείς να κατανοήσει το νόημα της ιστορίας της θείας οικονομίας, της οποίας πορεία είναι μελλοντική και άπειρη. ‘Έτσι, η εσχατολογία είναι ίδια δυναμική πορεία της θείας οικονομίας,  καθώς ενανθρωπήσας Λόγος επαναφέρει τον άνθρωπο στην ορθή πορεία προς το μέλλον6.

    Αυτή την εσχατολογική ιδιότητα της Εκκλησίας , Μέγας Αθανάσιος, την αντιλαμβάνεται εκκλησιολογικά και εκκλησιοκεντρικά. Το γεγονός της θείας οικονομίας βιώνεται στην Εκκλησία, επομένως μόνο μέσα στην Εκκλησία και με τούς δοκιμασμένους τρόπους πού Εκκλησία γνωρίζει μπορεί αυθεντικά να εκφραστεί και να κατανοηθεί7. Τότε μόνο άνθρωπος μπορεί να εκφράζει το γνήσιο εκκλησιαστικό και χριστιανικό φρόνημα και ταπεινά να δοξολογεί «τι Κύριος ησος Χριστός ες δόξαν Θεο Πατρός»8.

    Πρωτολογία και εσχατολογία στο έργο του Μεγάλου Αθανασίου είναι έννοιες και μεγέθη άρρηκτα συνυφασμένα και αλληλένδετα. Στην πρωτολογία αναφύονται ξεκάθαρα οι καταβολές της εσχατολογίας και ακολούθως στην εσχατολογία, ως δυναμική πορεία, διακρίνεται ανάπτυξη των σπερμάτων της πρωτολογίας. « ν Χριστ ποκάλυψις συνενώνει πάσαν νέργειαν το Λόγου πό τς δημιουργίας καί ξς καί συνάμα προεκτείνει ατήν ες τήν μελλοντικήν πορείαν το νθρώπου πρός τήν κατάπαυστον τελείωσιν»9.

    Άρρηκτος δεσμός λοιπόν πρωτολογίας και εσχατολογίας στην ¨ ν Χριστ ποκάλυψη¨. Άλλωστε, ενανθρώπηση του Λόγου κατέστησε τον άνθρωπο και πάλι  «δεκτικόν θεότητος»10. Το περίσσευμα της ταπείνωσης του Μεγάλου Αθανασίου θα τον παρακινήσει να σημειώσει : « το Θεο Λόγος νηνθρώπησεν, να μες θεοποιηθμεν. Καί ατός φανέρωσεν αυτόν διά σώματος , να μες το οράτου Πατρός  ννοιαν λάβωμεν. Καί Ατός πέμεινε τήν παρ’ νθρώπων βριν , να μες θανασίαν κληρονομήσωμεν»11.

 

Παραπομπές:

  1. Βλ. Σχ., Σκουτέρη Κωνσταντίνου, στορία Δογμάτων, τόμος  2ος, θήνα 2004, σελ. 169-178.
  2. Ατόθι, σέλ. 180-183.
  3. Κατά ρειανν, 2,2.
  4. Περί τς νανθρωπήσεως το Λόγου,11.
  5. Πρβλ., Ατόθι, 3.
  6. εσχατολογική διότης της κκλησίας εναι διότης σύμφυτος μέ τήν συνολικήν ζωήν της. σχατολογία λοιπόν δέν εναι τό τέλος ,λλά συνόλος πορεία πρός τό τέλος. Καί τοτο συμβαίνει, διότι πορεία τς θείας οκονομίας καί πορεία το νθρωπίνου προορισμο εναι δυναμικς φορς.»,  (Βλ., Ματσούκα Νίκου, Θεολογία – Κτισιολογία - κκλησιολογία κατά τόν μέγαν θανάσιον, σημεα πατερικς καί οκουμενικς θεολογίας, κδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001, σέλ. 150).
  7. Πρβλ., Σκουτέρη Κ., στορία Δογμάτων, σελ. 189.
  8. Περί τν γενομένων ν τή ριμινίω τς ταλίας καί ν Σελευκεια τς σαυριας Συνόδων, 20,4, Πρβλ., Φιλιπ., 2,11.
  9. Ματσούκα Ν., Θεολογία – Κτισιολογία - κκλησιολογία κατά τόν μέγαν θανάσιον, σελ. 151-152.
  10. Πρβλ., Περί τς νανθρωπήσεως το Λόγου, 1καί 4.
  11. Ατόθι,  54 .